Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Κική Δημουλά (Καλοκαίρι στην Έυβοια)

               Άωρα και παράωρα1

 
Ανάμεσα νύχτας κι αυγής
σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.
Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς
και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη2.
Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει
στ' αβαθή χρώματα3.
Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι
ερχομό αγνώστου ανθέων.
Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας
σα φθηνή κορδέλα του μέτρου.
Με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν.
Με λήθη μοιάζει το άπειρο. Άπειρος λήθη.
Ένα καΐκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,
το παίρν' η απόσταση και παίζει.
Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει4.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα5.
Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,
φτεροκοπάει μια στέγη,
ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.
Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,
ένοχο: η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.
Πρώτη απ' όλα.

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες
και τα όρια πεισμώνουν6.
Σ' ενάργεια βγήκαν τα βουνά
και σε γυρίζουν πίσω7.
Και συ προσδοκία πού πας;
Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις8.
Κι εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι
προχωρημένη ώρα,
τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;9


Το ποίημα γράφτηκε ένα καλοκαίρι στην Έυβοια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου